λιθογλυφία

Η τέχνη του σκαλίσματος και της χάραξης πολύτιμων λίθων. Αποτελεί μία από τις αρχαιότερες και πιο λεπτές μορφές της ανθρώπινης καλλιτεχνικής έκφρασης. Οι λίθοι που χρησιμοποιούνται στη λ. είναι πάρα πολλοί: ο αχάτης, ο αμέθυστος, ο χαλκηδόνιος, ο σάρδιος, η ορεία κρύσταλλος, ο ίασπις, ο νεφρίτης, ο μαλαχίτης, ο όνυχας, ο οψιανός, ο σαρδόνιος, ο κύανος κ.ά. Από πλευράς τεχνικής, διακρίνονται δύο βασικοί τρόποι κατεργασίας ανάλογα με το είδος του λίθου: το αρνητικό σκάλισμα, όταν δηλαδή οι μορφές σκάβονται στην επιφάνεια του λίθου, και το αντίθετό του, όταν οι μορφές γίνονται ανάγλυφες και συχνά αναδεικνύονται (όπως στην περίπτωση της καμέας) με τη χρωματική ποικιλία των διαφόρων λεπτών στρωμάτων μερικών λίθων (όνυχας, σαρδόνιος). Ιστορία. Η λ. συνδέεται με σημαντικές καλλιτεχνικές εκφράσεις της αρχαιότητας. Ήδη από την 4η χιλιετία π.Χ. κατασκευάζονταν στη Μεσοποταμία εξαίρετοι κυλινδρικοί σφραγιδόλιθοι. Στην Αίγυπτο, από την εποχή της Α’ Δυναστείας ξεκίνησε μία αξιόλογη παραγωγή σκαλιστών λίθων και σκαλιστών φυλακτών. Κοινή επίσης ήταν η χρήση τετραγώνων ή ορθογωνίων σφραγίδων στον ινδικό πολιτισμό της Χαράπα (3η-2η χιλιετία π.Χ.). Από την Αίγυπτο, την Περσία και τη Μικρά Ασία, η τέχνη της λ. διαδόθηκε σε όλη τη Μεσόγειο και στην Κρήτη, όπου από την 2η χιλιετία π.Χ. αναπτύχθηκαν εντελώς πρωτότυπες μορφές έκφρασης. Στην κλασική Ελλάδα, τουλάχιστον από τον 5o αι. π.Χ., η τέχνη αυτή έχαιρε μεγάλης εκτίμησης. Ο Ηρόδοτος αναφέρει με θαυμασμό το δαχτυλίδι του Πολυκράτη, κατασκευασμένο από τον Θεόδωρο τον Σάμιο, ενώ άλλοι διάσημοι τεχνίτες ήταν ο Μνήσαρχος, ο Πυργοτέλης (δημιουργός της πόρπης του Μεγάλου Αλεξάνδρου), ο Ασπάσιος και ο Ονάτης, κατασκευαστής της πόρπης με τη Νίκη (4ος αι. π.Χ.) που βρίσκεται στο Βρετανικό Μουσείο του Λονδίνου. Περίφημα έργα είναι το Κύπελλο Φαρνέζε από σαρδόνιο, της ελληνιστικής περιόδου (2ος αι. π.Χ.), που βρίσκεται στο Εθνικό Μουσείο της Νάπολης (Ιταλία), η Καμέα του Αυγούστου που αποδίδεται στον Διοσκουρίδη (1ος αι. π.Χ.) και η οποία βρίσκεται στο Μουσείο της Βιέννης, καθώς και η καμέα με προσωπογραφίες αυτοκρατόρων (1ος αι. μ.Χ.) στο ίδιο μουσείο. Τα δείγματα λ. των παλαιοχριστιανικών χρόνων είναι ελάχιστα. Η τέχνη αναβίωσε με τα σκαλιστά κρύσταλλα της καρολίγγειας και οθωνιανής περιόδου, καθώς και με τα βυζαντινά έργα λ. του 10ου-11ου αι., στα οποία κυριαρχούν οι κλασικές αναμνήσεις. Από τον 15o αι. εμφανίστηκαν στη δυτική Ευρώπη αξιόλογα δείγματα της τέχνης αυτής, που συνδέθηκαν με τη στροφή προς την αρχαία τέχνη. Γνωστοί τεχνίτες υπήρξαν τότε ο Τζοβάνι ντάλε Κορνιόλε και ο Ντομένικο ντάι Καμέι στην Ιταλία. Κατά τον 16o αι. η μανιεριστική τάση ευνόησε τις τολμηρές και πολυσύνθετες μορφές που παρουσιάζονται στα μεγάλου μεγέθους έργα (δοχεία, κύπελλα κ.ά.) του εργαστηρίου πολύτιμων λίθων των Μεδίκων, στα κρύσταλλα του Τζοβάνι Μπερνάρντι και του Βαλέριο Μπέλι. Ένας από τους ωραιότερους σκαλιστούς λίθους της εποχής είναι η καμέα με προσωπογραφίες των Μεδίκων (μουσείο Μπαρτζέλο, Φλωρεντία). Το ενδιαφέρον για τους σκαλιστούς λίθους διαδόθηκε από την Ιταλία στην υπόλοιπη Ευρώπη, με την τέχνη να παρουσιάζεται σε κάθε τόπο με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Η Βοημία έγινε ένα από τα κυριότερα κέντρα λ., ενώ στην εποχή του μπαρόκ διακρίθηκαν τεχνίτες όπως ο Γάλλος Ζαν Γκρε, οι Άγγλοι Μάρτσαντ και Μπερτς, ο Γερμανός Μπέκερ κ.ά. Εξάλλου, η παράδοση της λ. στην Κίνα είναι πανάρχαια και εκφράζεται με την κατεργασία του νεφρίτη (βλ. λ.), το ωραιότερο υλικό σύμφωνα με τους Κινέζους. Χρησίμευε για την παραγωγή λειτουργικών σκευών και συμβολικών θρησκευτικών αντικειμένων. Σήμερα, η λ. διδάσκεται σε πολλές σχολές Καλών Τεχνών, ενώ μια μοντέρνα έκφρασή της είναι η κατασκευή καμέων από όστρακα. Γαλλικό σκεύος θυμιαμάτων, χαρακτηριστικό έργο της τέχνης της λιθογλυφίας (ιδιωτική συλλογή, Παρίσι). Το εσωτερικό του «Κυπέλλου Φαρνέζε», ενός έργου των ελληνιστικών χρόνων, διακοσμημένου με την τέχνη της λιθογλυφίας.
* * *
η (AM λιθογλυφία) [λιθοφλυφος]
1. η γλυπτική σε λίθο
2. η τέχνη τής διακόσμησης πολύτιμων λίθων με γλυφή ή με χάραξή τους.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • λιθογλυφίῃσι — λιθογλυφία a cutting in stone fem dat pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λιθογλυφικός — ή, ό (Μ λιθογλυφικός, ή, όν) [λιθογλυφος] αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στον λιθογλύφο ή στη λιθογλυφία μσν. το θηλ. ως ουσ. ἡ λιθογλυφική η γλυπτική …   Dictionary of Greek

  • ξέσμα — το (Α ξέσμα) αυτό που αφαιρείται με απόξεση, με ξύσιμο, ξύσμα, απόξεσμα, περίτριμμα αρχ. 1. το αποτέλεσμα τού ξέω, αυτό που λειάνθηκε 2. (κατά τον Ησύχ.) «ξόανον» 3. αμυχή, χαραγή 4. η λιθογλυφία 5. απόξεση 6. μτφ. α) οργή, ερεθισμός β) πρόκληση …   Dictionary of Greek

  • καμέα — Όρος που αναφέρεται γενικά σε σκληρές πέτρες διαφόρων ειδών με ανάγλυφη ή ολόγλυφη πλαστική κατεργασία (η ετυμολογία της λέξης δεν είναι εξακριβωμένη). Η τεχνική της κ. αξιοποιεί τη σύνθεση της πέτρας σκαλίζοντας λεπτομέρειες της παράστασης στα… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.